|
συμπίλημα: Το συνονθύλευμα, το χαρμάνι, αυτό που προκύπτει από τη συνένωση συνήθως ετερόκλητων πραγμάτων. Παράγωγο του αρχαίου ρήματος συμπιλέω, -ώ= συμπιέζων τι ισχυρώς συσσωματώ αυτό εις ενιαίαν μάζα/ μεταφορικά, συσσωρεύω, συμφύρω ατέχνως και αδεξίως περικοπάς, γνώμας και ιδέας κλπ εκ διαφόρων πηγών. Ενδιαφέρουσα η παραγωγή του συμπιλέω, -ώ από την πρόθεση συν και το ρήμα πιλέω ή πιλόω,-ώ (=συνοθούμαι, συνθλίβομαι) < πίλος (= έρια ή τρίχες κατειργασμέναι δια συμπιέσεως εις πυκνόν πίλημα, μάλλινον ύφασμα, μάλλινον κάλυμμα της κεφαλής, σκούφος, καπέλο). (από την asprilexi.com)
Η παρέα είναι εδώ, αφουγράζεται μιαν άλλη εποχή, προσδοκά το μέγιστο και είναι έτοιμη για τις αλλαγές. Ξορκίζουμε το κακό κοιτώντας το στα μάτια και συζητώντας μπορεί να μη βρίσκεται πάντα η λύση αλλά ένα χαμόγελο και ένα χτύπημα στην πλάτη. Εφόδια σπουδαία, πιστέψτε με! Το παιχνίδι τώρα αρχίζει με άτυπους κανόνες. Ο καθείς μόνος του και όλοι μαζί. Διαφορετικοί μα με γνώση της ασημαντότητά μας όσο και της σημαντικότητα μας. Όλα τα ενδιάμεσα είναι απλά…... παράπλευρες απώλειες.
|
|